αίφνης
επίρρ.
ξαφνικά, απροσδόκητα, απρόοπτα, απότομα, έξαφνα.
Ετυμολογία
< αρχ. αἴφνης.
Παράγωγα
αιφνίδιος [= ξαφνικός], (φρ.) «αιφνίδια ριπή ανέμου».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίφνης», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιφνησ/