αιτώ
ρ. [μετβ.]
- ζητώ, διατυπώνω αίτημα προς μία διοικητική αρχή, προς μία υπηρεσία
- (η μτχ. ως ουσ.) αυτός που διατυπώνει κάποιο αίτημα.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰτέω, αἰτῶ [= ζητώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιτώ», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιτω/