αιρετός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που εκλέγεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες
- (ως ουσ.) το εκλεγμένο μέλος ενός διοικητικού συμβουλίου.
Ετυμολογία
< αρχ. αἱρετός < αἱρέομαι, - οῦμαι [= εκλέγω επιλέγω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιρετός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιρετοσ/