navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιρετός

αιρετός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που εκλέγεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες
  2. (ως ουσ.) το εκλεγμένο μέλος ενός διοικητικού συμβουλίου.

Ετυμολογία

< αρχ. αἱρετός < αἱρέομαι, - οῦμαι [= εκλέγω επιλέγω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιρετός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιρετοσ/