navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αίολος

αίολος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν στηρίζεται ικανοποιητικά και είναι εύκολο να ανατραπεί
  2. αυτός που είναι αναξιόπιστος.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰόλος [δες αιολικός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίολος», σσ. 52-53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιολοσ/