αίολος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν στηρίζεται ικανοποιητικά και είναι εύκολο να ανατραπεί
- αυτός που είναι αναξιόπιστος.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰόλος [δες αιολικός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίολος», σσ. 52-53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιολοσ/