αιγιαλός
Και: γιαλός
ο, ουσ.
η παραλιακή ζώνη, ακρογιαλιά, παραλία.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰγιαλός, ίσως από το αρχ. [ομηρ. λ.] ἀΐσσω συνηρ. ᾄσσω, μτγν. Αττ. τ. ᾄττω [= 1. κινούμαι αστραπιαία κι ορμητικά, 2. στρέφομαι με θέρμη προς κάτι, είμαι πρόθυμος για κάτι, επιδιώκω κάτι με ζήλο] + [αρχ.] ἅλς [= 1. (αρσ.) γενικότερα το αλάτι, Ηρόδ. 2. (θηλ.) η θάλασσα, Όμηρ. λ.].
Παράγωγα
αιγιαλίτης και αιγιαλίτιδα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιγιαλός και γιαλός», σ. 50. https://navalhistory.gr/lexiko/αιγιαλοσ-και-γιαλοσ/