navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αθόρυβος

αθόρυβος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν δημιουργεί θόρυβο, συνών. ήσυχος, σιγανός, σιωπηλός
  2. (μτφ.) αυτός που αποφεύγει τη δημοσιότητα, ο σεμνός.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀθόρυβος, -ον, < ἀ- [στερητ.] + θόρυβος.

Επιρρήματα

αθόρυβα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθόρυβος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθορυβοσ/