αθόρυβος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν δημιουργεί θόρυβο, συνών. ήσυχος, σιγανός, σιωπηλός
- (μτφ.) αυτός που αποφεύγει τη δημοσιότητα, ο σεμνός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀθόρυβος, -ον, < ἀ- [στερητ.] + θόρυβος.
Επιρρήματα
αθόρυβα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθόρυβος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθορυβοσ/