άθολος
-η, -ο, και αθόλωτος, -η, -ο, επίθ.
καθαρός, διαυγής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄθολος, -ον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άθολος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθολοσ/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › άθολος
-η, -ο, και αθόλωτος, -η, -ο, επίθ.
καθαρός, διαυγής.
< αρχ. ἄθολος, -ον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άθολος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθολοσ/