navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αέναος

αέναος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν σταματά ποτέ να κινείται, να ρέει, συνών. αεικίνητος, αείρροος
  2. αυτός που δεν σταματά, συνών. αιώνιος, παντοτινός, ακατάπαυστος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀένναος < ἀέν [ἀεί] [= πάντοτε] + νάω [= ρέω].

Επιρρήματα

αενάως και αέναα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αέναος», σ. 44. https://navalhistory.gr/lexiko/αεναοσ/