navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αδιάλειπτος

αδιάλειπτος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που γίνεται χωρίς διακοπές, χωρίς διαλείμματα, συνών. ακατάπαυστος, διαρκής, συνεχής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀδιάλειπτος.

Επιρρήματα

αδιάλειπτα και αδιαλείπτως [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδιάλειπτος», σ. 42. https://navalhistory.gr/lexiko/αδιαλειπτοσ/