διαρκής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που γίνεται συνεχόμενα, ασταμάτητα
- μόνιμος, σταθερός.
Ετυμολογία
< διαρκής.
Επιρρήματα
διαρκώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαρκής», σ. 215. https://navalhistory.gr/lexiko/διαρκησ/