navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαρκής

διαρκής

-ής, -ές, επίθ.

  1. αυτός που γίνεται συνεχόμενα, ασταμάτητα
  2. μόνιμος, σταθερός.

Ετυμολογία

< διαρκής.

Επιρρήματα

διαρκώς [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαρκής», σ. 215. https://navalhistory.gr/lexiko/διαρκησ/