navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αδέξιος

αδέξιος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ικανοτήτων ή δεξιοτήτων, συνών. ανεπιτήδειος, άτσαλος, ανίκανος, ατζαμής, «ναυτικός του γλυκού νερού»,
  2. αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φινέτσας, συνών. άγαρμπος, άκομψος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀδέξιος < ἀ- [στερητ.] + δεξιός. [= ικανός, επιτήδειος].

Επιρρήματα

αδέξια [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδέξιος», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αδεξιοσ/