navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανίκανος

ανίκανος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι ικανός να εκτελέσει κάτι σωστά, ο αδέξιος
  2. αυτός που δεν κρίνεται ικανός λόγω κάποιας αναπηρίας
  3. (ιατρ. συνήθως για άντρα) αυτός που αδυνατεί να έρθει σε σεξουαλική επαφή εξαιτίας ψυχολογικών προβλημάτων ή φυσικών αδυναμιών.

Ετυμολογία

< [για την 1η και 2η ερμ.] μτγν. ἀνίκανος, [για την 3η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. impuissant.

Επιρρήματα

ανίκανα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανίκανος», σ. 91. https://navalhistory.gr/lexiko/ανικανοσ/