ανίκανος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν είναι ικανός να εκτελέσει κάτι σωστά, ο αδέξιος
- αυτός που δεν κρίνεται ικανός λόγω κάποιας αναπηρίας
- (ιατρ. συνήθως για άντρα) αυτός που αδυνατεί να έρθει σε σεξουαλική επαφή εξαιτίας ψυχολογικών προβλημάτων ή φυσικών αδυναμιών.
Ετυμολογία
< [για την 1η και 2η ερμ.] μτγν. ἀνίκανος, [για την 3η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. impuissant.
Επιρρήματα
ανίκανα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανίκανος», σ. 91. https://navalhistory.gr/lexiko/ανικανοσ/