αγοραπωλησία
Και: αγοροπωλησία
η, ουσ.
- αγορά και πώληση αγαθών, δώσε πάρε, εμπορία, παζάρι
- (μτφ.) συμφωνία που γίνεται ύστερα από διαπραγματεύσεις χωρίς αρχές και ηθικούς φραγμούς, συναλλαγή, συνών. νταραβέρι, αλισβερίσι.
Ετυμολογία
< αγορά + πώληση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγοραπωλησία και αγοροπωλησία», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγοραπωλησια-και-αγοροπωλησια/