navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγοραπωλησία και αγοροπωλησία

αγοραπωλησία

Και: αγοροπωλησία

η, ουσ.

  1. αγορά και πώληση αγαθών, δώσε πάρε, εμπορία, παζάρι
  2. (μτφ.) συμφωνία που γίνεται ύστερα από διαπραγματεύσεις χωρίς αρχές και ηθικούς φραγμούς, συναλλαγή, συνών. νταραβέρι, αλισβερίσι.

Ετυμολογία

< αγορά + πώληση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγοραπωλησία και αγοροπωλησία», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγοραπωλησια-και-αγοροπωλησια/