αγοράζω
ρ. [μετβ]
- αποκτώ, προμηθεύομαι αντικείμενα έναντι χρημάτων, «αγοράζω τρόφιμα / ρούχα / ποτά / σπίτι / οικόπεδο / αυτοκίνητο / χοντρικώς / λιανικώς / με πίστωση / με δόσεις / τοις μετρητοίς / με έκπτωση / φτηνά / ακριβά / μισοτιμής»,
- έναντι οικονομικού ανταλλάγματος: α) εξασφαλίζω την υποστήριξη κάποιου, β) αποκτώ κάτι, εξαγοράζω
- (μτφ.) προσπαθώ με ύπουλο τρόπο να μάθω τις βαθύτερες σκέψεις κάποιου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγοράζω [με αρχική σημασία: συχνάζω στην αγορά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγοράζω», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγοραζω/