navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγοράζω

αγοράζω

ρ. [μετβ]

  1. αποκτώ, προμηθεύομαι αντικείμενα έναντι χρημάτων, «αγοράζω τρόφιμα / ρούχα / ποτά / σπίτι / οικόπεδο / αυτοκίνητο / χοντρικώς / λιανικώς / με πίστωση / με δόσεις / τοις μετρητοίς / με έκπτωση / φτηνά / ακριβά / μισοτιμής»,
  2. έναντι οικονομικού ανταλλάγματος: α) εξασφαλίζω την υποστήριξη κάποιου, β) αποκτώ κάτι, εξαγοράζω
  3. (μτφ.) προσπαθώ με ύπουλο τρόπο να μάθω τις βαθύτερες σκέψεις κάποιου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀγοράζω [με αρχική σημασία: συχνάζω στην αγορά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγοράζω», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγοραζω/