άβυθος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει βυθό, πάτο, πυθμένα, συνών. άπατος
- (μτφ.) αμέτρητος, απέραντος, συνών. αχανής, αβυσσαλέος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + βυθός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άβυθος», σ. 32. https://navalhistory.gr/lexiko/αβυθοσ/