navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ω › ωστικός

ωστικός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που ωθεί, που σπρώχνει.

Ετυμολογία

< αρχ. ὠστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωστικός», σ. 934. https://navalhistory.gr/lexiko/ωστικοσ/