navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ω › ωκεανός

ωκεανός

ο, ουσ.

ωκεανός, εικόνα από το έντυπο
  1. (γεωγρ.) μεγάλη θαλάσσια έκταση που χωρίζει ή διασυνδέει ηπείρους και νησιά
  2. (μτφ.) α) κάθε απέραντη γήινη έκταση, β) καθετί το απέραντο, το αχανές
  3. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.] ο *Ωκεανός, θεότητα, προσωποποίηση του νερού.

Ετυμολογία

< αρχ. Ὠκεανός, ίσως δάνεια λ. άγνωστης προέλευσης και ετυμολογίας.

Παράγωγα

ωκεάνιος [ετυμ.: < (γεωγρ.) ωκεανός] και ωκεάνειος [ετυμ.: < (μυθολ.) Ωκεανός]. Ωκεανέ, πατέρα των χορών αθανάτων, άκουσον την φωνήν μου, και της ψυχής μου τέλεσον τον μέγαν πόθον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωκεανός», σ. 932. https://navalhistory.gr/lexiko/ωκεανοσ/