navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ψ › ψύξη

ψύξη

η, ουσ.

  1. παραγωγή ψύχους, (φρ.) «ψύξη ατμού / ύδατος / μετάλλου / τεχνητή / δυναμική»,
  2. α) η πτώση της θερμοκρασίας σ’ έναν χώρο, β) (συνεκδ.) διαταραχή της θερμοκρασιακής λειτουργίας ενός σώματος που συνοδεύεται με μούδιασμα και πόνο, το κρυολόγημα.

Ετυμολογία

< αρχ. ψῦξις (-σις > -ση).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψύξη», σ. 929. https://navalhistory.gr/lexiko/ψυξη/