ψευδάργυρος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) χημικό στοιχείο με σύμβολο Ζη που ανήκει στην ομάδα των μετάλλων, συναντάται στη φύση και ως ιχνοστοιχεία στο ανθρώπινο σώμα, κατεργασμένος σε λεπτά φύλλα γνωστός και ως τσίγκος.
Ετυμολογία
< μτγν. ψευδάργυρος
Παράγωγα
ψευδαργυρώνω > ψευδαργύρωση, ψευδαργυρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψευδάργυρος», σ. 929. https://navalhistory.gr/lexiko/ψευδαργυροσ/