ψαρο(ν)τουφεκάς
ο, ουσ.
ερασιτέχνης ψαράς που ψαρεύει με ψαροντούφεκο [δες λ.].
Ετυμολογία
< ψαρο- + (ν)τουφέκι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψαρο(ν)τουφεκάς», σ. 928. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαροντουφεκασ/