ψαρίσιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που:
- σχετίζεται ή αναφέρεται στο ψάρι
- που εμφανίζει ομοιότητες με κάποια από τα χαρακτηριστικά ενός ψαριού. ψαρο- ως πρόθημα αλλά και ως επίθημα σε πολλές νεοελληνικές λ.: ψαρογένης, ψαροκάικο, ψαροκάλαθο, ψαροκεφαλή, ψαροκέφαλο, ψαροκόκαλο, ψαρομάγειρας, ψαροντούφεκο, ψαροπάζαρο, ψαροπούλι, ψαροταβέρνα, ψαροφαγία, ψαροφάγος, ψαροχώρι, αφρόψαρο, γατόψαρο – αφρόψαρο, μπανανόψαρο, πετρόψαρο, ποταμόψαρο, πουρναρόψαρο, σκουληκόψαρο, σκυλόψαρο, τιγρόψαρο, χελιδονόψαρο, χερόψαρο, χριστόψαρο, χρυσόψαρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ψαρίσιος», σ. 927. https://navalhistory.gr/lexiko/ψαρισιοσ/