χυτός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει χυθεί, που έχει διασκορπισθεί
- μεταλλικό αντικείμενο που μορφοποιήθηκε μετά από διαδικασία έγχυσης της ρευστής του μάζας σε καλούπι
- (μτφ.) καλλίγραμμος, καλοφτιαγμένος, πλαστικός
- (φρ.) «πλέω χυτά», πλέω δηλ. με ούριο άνεμο.
Ετυμολογία
< αρχ. χέω [= χύνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χυτός», σ. 924. https://navalhistory.gr/lexiko/χυτοσ/