χρόνος
ο, ουσ. [πληθ. χρόνια και χρόνοι]
- η διάρκεια ενός φαινομένου ή μιας κατάστασης
- διάσταση στην οποία υπόκεινται τα φυσικά φαινόμενα
- έτος
- καθένας από τους ρηματικούς τύπους που φανερώνουν πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα
- [πληθ. ] οι χρόνοι, υποδηλώνει κάποια συγκεκριμένη εποχή, 5. (φρ.) «αστρικός / αστρονομικός / ναυτιλιακός / ηλιακός / συμβατικός / ελεύθερος / κυκλικός / μυθικός / έσχατος / αρχέγονος / καινούργιος / χρόνος», «χρόνος απόσβεσης / αναρρόφησης / συμπίεσης»,
- (παροιμ.) «όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος όλος», σε μια στιγμή μπορούν να συμβούν σημαντικές αλλαγές στη ζωή μας.
Ετυμολογία
< αρχ. χρόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χρόνος», σσ. 922-923. https://navalhistory.gr/lexiko/χρονοσ/