χρησιμοποιώ
ρ. [μετβ.]
- κάνω κάτι να λειτουργήσει για να αξιοποιηθεί προς όφελος μου, μεταχειρίζομαι
- (για πρόσωπα) κάνω κάποιον να εργαστεί για λογαριασμό μου.
Ετυμολογία
< χρήσιμ(ος) -ο- + -ποιώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χρησιμοποιώ», σ. 922. https://navalhistory.gr/lexiko/χρησιμοποιω/