navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χρησιμοποιώ

χρησιμοποιώ

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω κάτι να λειτουργήσει για να αξιοποιηθεί προς όφελος μου, μεταχειρίζομαι
  2. (για πρόσωπα) κάνω κάποιον να εργαστεί για λογαριασμό μου.

Ετυμολογία

< χρήσιμ(ος) -ο- + -ποιώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χρησιμοποιώ», σ. 922. https://navalhistory.gr/lexiko/χρησιμοποιω/