navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χλωρ(ο)- και χλωρό-

χλωρ(ο)-

Και: χλωρό-

πρώτο συνθετικό πολλών επιστημονικών όρων που προέρχονται από διάφορους χώρους και προσδίδει στο δεύτερο τη σημασία του πράσινου, του φρέσκου, του υγρού, του πρόσφατου και του κίτρινου π.χ.: χλωραναιμία, χλωροπλάστης, χλωροφύλλη, χλωρίτης, χλωροπενία, χλωρανθίδες, χλωρίδιο, χλωρογόνιο, χλωρόκοκκος, χλωρομετρία, χλωρόξυλο, χλωροφύκη, χλωροφυλλάση, χλωροφυλλίνη.

Ετυμολογία

< διεθν. όρ. chloro- < επίθ. χλωρός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χλωρ(ο)- και χλωρό-», σ. 918. https://navalhistory.gr/lexiko/χλωρο-και-χλωρο/