χιονοστρόβιλος
ο, ουσ.
(μετεωρ.) ισχυρός άνεμος που στροβιλίζει το χιόνι.
Ετυμολογία
< χιόν(ι) -ο- + στρόβιλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χιονοστρόβιλος», σ. 918. https://navalhistory.gr/lexiko/χιονοστροβιλοσ/