χημικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην χημεία
- (φρ.) «χημική αντίδραση / ενέργεια / σύνθεση / βιομηχανία / ένωση / εξίσωση / ουσία / τουαλέτα», «χημικός δεσμός / παράγοντας / φωτισμός καθαρισμός»,
- [το αρσ. ως ουσ.] ο/η Χημικός, επιστήμονας που έχει σπουδάσει χημεία.
Ετυμολογία
< χημ(εία) + -ικός.
Επιρρήματα
χημικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χημικός», σ. 916. https://navalhistory.gr/lexiko/χημικοσ/