navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χημικός

χημικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην χημεία
  2. (φρ.) «χημική αντίδραση / ενέργεια / σύνθεση / βιομηχανία / ένωση / εξίσωση / ουσία / τουαλέτα», «χημικός δεσμός / παράγοντας / φωτισμός καθαρισμός»,
  3. [το αρσ. ως ουσ.] ο/η Χημικός, επιστήμονας που έχει σπουδάσει χημεία.

Ετυμολογία

< χημ(εία) + -ικός.

Επιρρήματα

χημικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χημικός», σ. 916. https://navalhistory.gr/lexiko/χημικοσ/