χειροπέδη
η, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
καθένας από τους δύο μεταλλικούς κρίκους που συνδέονται μεταξύ τους με αλυσίδα για να δεσμεύει τις κινήσεις των χεριών, χρήσιμη σε αστυνομικούς και δεσμοφύλακες.
Ετυμολογία
< αρχ. χείρ, ἡ, γεν. τῆς χειρό(ς) + πέδη [= δεσμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειροπέδη», σσ. 914-915. https://navalhistory.gr/lexiko/χειροπεδη/