χειραντλία
η, ουσ.
αντλία που λειτουργεί χειροκίνητα.
Ετυμολογία
< αρχ. χείρ, ἡ, γεν. τῆς χειρό(ς) + αντλία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειραντλία», σ. 914. https://navalhistory.gr/lexiko/χειραντλια/