navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χάσμα

χάσμα

το, ουσ.

  1. μεγάλο και βαθύ ρήγμα της γήινης επιφάνειας, βάραθρο
  2. (κατ’ επέκτ.) κενό σε οποιαδήποτε επιφάνεια
  3. (μτφ.) κάθε σκοτεινό και ασαφές μέρος
  4. η σημαντική διαφορά αντιλήψεων.

Ετυμολογία

< αρχ. χάσμα.

Παράγωγα

χασμάδα, χασματίας [= ισχυρός σεισμός που δημιουργεί ρηγματώσεις στην γήινη επιφάνεια].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάσμα», σ. 912. https://navalhistory.gr/lexiko/χασμα/