χάσμα
το, ουσ.
- μεγάλο και βαθύ ρήγμα της γήινης επιφάνειας, βάραθρο
- (κατ’ επέκτ.) κενό σε οποιαδήποτε επιφάνεια
- (μτφ.) κάθε σκοτεινό και ασαφές μέρος
- η σημαντική διαφορά αντιλήψεων.
Ετυμολογία
< αρχ. χάσμα.
Παράγωγα
χασμάδα, χασματίας [= ισχυρός σεισμός που δημιουργεί ρηγματώσεις στην γήινη επιφάνεια].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάσμα», σ. 912. https://navalhistory.gr/lexiko/χασμα/