φωτεινότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
η ιδιότητα του φωτεινού, η λαμπρότητα, αντών. σκοτεινότητα, σκοτεινιά, σκοτεινάδα.
Ετυμολογία
< φωτειν(ός) -ότης > -ότητα.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωτεινότητα», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωτεινοτητα/