navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φυσούνα

φυσούνα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. το φυσερό, ο φυσητήρας [δες λ.]
  2. πτυσσόμενο τοίχωμα που είναι κατασκευασμένο από εύκαμπτο υλικό
  3. στοά σε διάφορους οικοδομήσιμους χώρους.

Ετυμολογία

< φυσούν(ι) μεγεθ. -α < φυσ(άω) -ῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φυσούνα», σ. 902. https://navalhistory.gr/lexiko/φυσουνα/