φυσούνα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- το φυσερό, ο φυσητήρας [δες λ.]
- πτυσσόμενο τοίχωμα που είναι κατασκευασμένο από εύκαμπτο υλικό
- στοά σε διάφορους οικοδομήσιμους χώρους.
Ετυμολογία
< φυσούν(ι) μεγεθ. -α < φυσ(άω) -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φυσούνα», σ. 902. https://navalhistory.gr/lexiko/φυσουνα/