φορτωτική
η, ουσ.
γραπτή απόδειξη [έγγραφο που εκδίδεται από ένα μεταφορέα προς έναν φορτωτή] που αφορά τη φόρτωση εμπορεύματος και αναφέρει στοιχεία προσώπων και μέσων μεταφοράς, (φρ.) «φορτωτική παραλαβής προς φόρτωση / διαδοχικής μεταφοράς / φόρτωσης / μεταβιβάσιμη / μη μεταβιβάσιμη / ονομαστική / σε διαταγή / μετά ή άνευ ναυλοσυμφώνου / καθαρή ή μη καθαρή / συνήθης», «θαλάσσια / ηλεκτρονική / συνοπτική / χερσαία φορτωτική».
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο θηλ. του επιθ. φορτωτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορτωτική», σ. 895. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτωτικη/