φορτίο
το, ουσ.
- οτιδήποτε κουβαλάει κανείς ως βάρος, ότι φορτώνεται σε όχημα ή σκάφος για να μεταφερθεί, το φόρτωμα
- το σύνολο των εμπορευμάτων που μεταφέρονται
- (μτφ.) ευθύνη, φροντίδα, υποχρέωση που λειτουργεί πιεστικά στο συναισθηματικό πεδίο κάποιου ατόμου
- (ηλεκτρολ.) η ποσότητα του ηλεκτρισμού που περιέχεται σ’ ένα ηλεκτρισμένο σώμα
- (μηχανολ.) οι δυνάμεις και οι ροπές που ενεργούν επάνω σε ένα φορέα [αντικείμενο – σώμα], (φρ.) «φορτίο καταστρώματος / κρούσεως / μεταλλευμάτων / δημητριακών / συστήματος / ανόδου / εξ επαγωγής / ηλεκτρικό», «χύδην / ομοειδή / ξηρά / υγρά φορτία», «επόπτης / μετακίνηση / παράδοση / παραλαβή / επιθεώρηση / ασφαλιστής / ασφάλεια / στοιβασία / χωρητικότητα / πιστοποιητικό φορτίου».
Ετυμολογία
< αρχ. φόρτος [= φορτίο πλοίου ή εμπόρευμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορτίο», σ. 894. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτιο/