φορολογώ
ρ. [μετβ.]
- βάζω φόρους
- (συνεκδ.) εισπράττω τους φόρους.
Ετυμολογία
< μτγν. φορολογῶ.
Παράγωγα
φορολογήσιμος, φορολογητέος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορολογώ», σ. 893. https://navalhistory.gr/lexiko/φορολογω/