navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φορολογώ

φορολογώ

ρ. [μετβ.]

  1. βάζω φόρους
  2. (συνεκδ.) εισπράττω τους φόρους.

Ετυμολογία

< μτγν. φορολογῶ.

Παράγωγα

φορολογήσιμος, φορολογητέος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορολογώ», σ. 893. https://navalhistory.gr/lexiko/φορολογω/