navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φοδράρω και φοδραρίζω

φοδράρω

Και: φοδραρίζω

ρ. [μετβ.]

κάνω εσωτερική επένδυση σε αντικείμενο, συνήθως, σε ρούχο, συνών. σωπάνι.

Ετυμολογία

< φόδρα [δες λ.] + -άρω / -ίζω.

Παράγωγα

φοδράρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φοδράρω και φοδραρίζω», σ. 892. https://navalhistory.gr/lexiko/φοδραρω-και-φοδραριζω/