φινν
το, άκλ. ουσ.
(αθλητ.) είδος ατομικού αγωνιστικού σκάφους με μήκος 4,5 μ., πλάτος 1,3 μ. και ένα πανί επιφάνειας 10 τ.μ..
Ετυμολογία
< γαλλ. ή αγγλ. finn < σουηδ. fin [= πτερύγιο ψαριού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φινν», σ. 890. https://navalhistory.gr/lexiko/φινν/