φάρμακο
το, ουσ.
(φαρμ.) χημικό παρασκεύασμα ή ουσία που αποσκοπεί στην θεραπεία ασθενούς ή στην προφύλαξή του από κάτι επικίνδυνο.
Ετυμολογία
< αρχ. φάρμακον [= θεραπευτικό βότανο].
Παράγωγα
φαρμακώνω, φαρμακείο, φαρμάκι, φαρμακεύω.
Σύνθετα
φαρμακοβιομηχανία, φαρμακαποθήκη, φαρμακέμπορος, φαρμακοθεραπεία, φαρμακολογία, φαρμακοποιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάρμακο», σ. 885. https://navalhistory.gr/lexiko/φαρμακο/