υψοδείκτης
Και: υψοδείχτης
ο, ουσ.
(τοπογρ.) αριθμός που φανερώνει το ύψος ενός τόπου από τη θάλασσα, συνών. υψόμετρο.
Ετυμολογία
< ύψ(ος) -ο- + δείκτης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υψοδείκτης ή υψοδείχτης», σ. 881. https://navalhistory.gr/lexiko/υψοδεικτησ-η-υψοδειχτησ/