υφαλμυρότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
η ιδιότητα του υφάλμυρου, συνών. γλυφάδα.
Ετυμολογία
< υφάλμυρος + -ότης > -τητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υφαλμυρότητα», σ. 878. https://navalhistory.gr/lexiko/υφαλμυροτητα/