υπομισθώνω
ρ. [μετβ.]
νοικιάζω σε άλλο άτομο μία κατοικία, ένα χωράφι, ένα σκάφος κ.λπ. που προηγουμένως το είχα νοικιάσει από τον ιδιοκτήτη του για λογαριασμό μου, συνών. υπενοικιάζω.
Ετυμολογία
< υπο- + μισθώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπομισθώνω», σ. 874. https://navalhistory.gr/lexiko/υπομισθωνω/