υπολογισμός
ο, ουσ.
η ενέργεια του υπολογίζω [δες λ.], εκτελώ μαθηματική πράξη με σκοπό τον προσσδιορισμό κάποιου μεγέθους, ποσού, τόκου κ.λπ., 2. (μτφ.) υστερόβουλη σκέψη, συμφεροντολογική αντίληψη, 3. η συμπερασματική εκδοχή.
Ετυμολογία
< μτγν. ὑπολογισμός [= λογαριασμός, εξέταση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπολογισμός», σ. 874. https://navalhistory.gr/lexiko/υπολογισμοσ/