υποκύανος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που είναι ελαφρά γαλάζιος, συνών. κυανωπός, γαλανωπός.
Ετυμολογία
< υπο- + κυανός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποκύανος», σ. 874. https://navalhistory.gr/lexiko/υποκυανοσ/