υποκατάσταση
η, ουσ.
- η αντικατάσταση: α) ενός προσώπου στα καθήκοντα που έχει αναλάβει με άλλο, συνών. αναπλήρωση, αλλά και β) αντικειμένου με άλλο
- (νομ.) η τοποθέτηση προσώπου [κληρονόμου] στη θέση άλλου προσώπου που ορίζεται αρχικά, βάσει του νόμου ή της ιδιωτικής βούλησης.
Ετυμολογία
< μτγν. ὑποκατά(σις) -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποκατάσταση», σ. 874. https://navalhistory.gr/lexiko/υποκατασταση/