υποδιαίρεση
η, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδιαιρώ: η διαίρεση ενός συνόλου ή κάποιου τμήματος ή τμημάτων σε μικρότερα μέρη
Ετυμολογία
< μτγν. ὑποδιαίρε(σις) – ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποδιαίρεση», σ. 872. https://navalhistory.gr/lexiko/υποδιαιρεση/