υπογραφή
η, ουσ.
το όνομα ή η ιδιόρρυθμη μονογραφή του προσώπου αναφοράς κάτω από γραπτό κείμενο που έχει συντάξει ο ίδιος ή που έχει εγκρίνει το περιεχόμενό του, συνών. τζίφρα.
Ετυμολογία
< μτγν. ὑπογραφή < αρχ. ὑπογράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπογραφή», σ. 872. https://navalhistory.gr/lexiko/υπογραφη/