υπογραμμίζω
ρ. [μετβ.]
- τραβώ γραμμή κάτω από λέξη ή φράση με σκοπό να επισημάνω το σημείο
- (μτφ.) τονίζω τα λεγόμενα μου με ιδιαίτερη έμφαση.
Ετυμολογία
< υπογραμμ(ή) -ίζω.
Παράγωγα
υπογράμμιση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπογραμμίζω», σ. 871. https://navalhistory.gr/lexiko/υπογραμμιζω/