navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υπέρφορτος

υπέρφορτος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που πολύ καλά φορτωμένος, παραφορτωμένος, συνών. κατάφορτος.

Ετυμολογία

< υπερ- + [αρχ.] φόρτος [= βάρος, κόπος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπέρφορτος», σ. 869. https://navalhistory.gr/lexiko/υπερφορτοσ/