navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υπέρβαση

υπέρβαση

η, ουσ.

  1. διάβαση πάνω από κάτι
  2. (μτφ.) το ξεπέρασμα των καθορισμένων ορίων.
  3. (νομ.) η παράβαση των επιτρεπομένων ορίων που ο νόμος καθορίζει.

Ετυμολογία

< αρχ. ὑπέρβασις < ὑπερβαίνω [= 1. βαδίζω, πατώ επάνω, ανεβαίνω, σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι, 2. ξεπερνώ τα όρια, παραβιάζω, καταπατώ, παραβαίνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπέρβαση», σ. 868. https://navalhistory.gr/lexiko/υπερβαση/