υπέρβαση
η, ουσ.
- διάβαση πάνω από κάτι
- (μτφ.) το ξεπέρασμα των καθορισμένων ορίων.
- (νομ.) η παράβαση των επιτρεπομένων ορίων που ο νόμος καθορίζει.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑπέρβασις < ὑπερβαίνω [= 1. βαδίζω, πατώ επάνω, ανεβαίνω, σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι, 2. ξεπερνώ τα όρια, παραβιάζω, καταπατώ, παραβαίνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπέρβαση», σ. 868. https://navalhistory.gr/lexiko/υπερβαση/