navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υπάλληλος

υπάλληλος

ο/η, ουσ.

(επάγγ.) εργαζόμενος που αμείβεται με μηνιαίο μισθό και εργάζεται σε περιορισμένο, συνήθως κλειστό, χώρο, σε γραφείο, κατάστημα κ.λπ., (φρ.) «ιδιωτικός / δημόσιος / κρατικός / διοικητικός / μόνιμος / έκτακτος - προσωρινός / τραπεζικός / κοινοτικός / δημοτικός / τελωνειακός υπάλληλος» κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. ὑπάλληλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπάλληλος», σ. 867. https://navalhistory.gr/lexiko/υπαλληλοσ/